του Άρη Λεοντάρη
Ο ήλιος έδυε πίσω από τα τείχη του Σερραισταν, κι ο Κουφός Τόλης στάθηκε μπροστά στην καθαρισμένη πέτρα. Έπιασε τη μέση του και χαμογέλασε αυτάρεσκα.
«Δύο χρόνια δουλειάς… και να, το στολίδι της πόλης!», είπε δυνατά, χωρίς να τον ακούει κανείς.
Μα από το στενό ξεπρόβαλε η Κρουέλα με τον σύζυγό της. Εκείνη τυλιγμένη με μαύρο μανδύα, με βλέμμα που έσπερνε τρόμο, εκείνος σκυφτός, να την ακολουθεί σαν σκιά.
«Πέτρα καθάρισες, Τόλη;» είπε η Κρουέλα, με ειρωνεία που έκοβε σαν ξυράφι.
«Όχι μόνο πέτρα… μνημείο!» απάντησε περήφανα ο Τόλης. «Η Βάρβαρη Δήμαρχος θα είναι υπερήφανη για μένα.»
Ο Κοντός γέλασε πνιχτά.
«Υπερήφανη; Εκείνη είναι υπερήφανη μόνο για τις σφραγίδες της… και για τις αναθέσεις που μοιράζουμε εμείς!»

Η Κρουέλα τον διέκοψε με ένα νεύμα.
«Άσε τον, άντρα μου. Ο Τόλης είναι βολικός… πάντα σκύβει το κεφάλι. Όμως εμάς δεν μας φτάνουν τα ψίχουλα. Θέλουμε 350 χιλιάδες νομίσματα. Κι αν δεν τα πάρουμε, θα γκρεμίσουμε ό,τι χτίσαμε.»
Ο Τόλης κατάπιε δύσκολα.
«Μα… 350 χιλιάδες; Από πού;»
Η Κρουέλα τον πλησίασε απειλητικά.
«Από τον Καλό Βεζύρη. Αυτός θα πληρώσει το τίμημα που έφυγε από την αγκαλιά της Δημάρχου. Δεν θα μας αφήσει έτσι…»
Στο μεταξύ, στο άλλο άκρο της πόλης, ο Βεζύρης έπινε κρασί με λίγους πιστούς φίλους.
«Είναι θλιβερό», είπε σκεφτικός. «Να βλέπεις μια πόλη να γιορτάζει για μια καθαρισμένη πέτρα, ενώ βουλιάζει στο ψέμα και στη διαφθορά. Η Βάρβαρη ξεπέρασε ακόμη και τους χειρότερους πριν από αυτήν.»
Ένας από τους φίλους του τον ρώτησε:
«Και τώρα; Θα τους αφήσεις να σε εκβιάσουν;»
Ο Βεζύρης χαμογέλασε πικρά.
«Η ιστορία γράφεται με μάχες. Όχι με πέτρες. Αν θέλουν 350 χιλιάδες νομίσματα, θα πάρουν μονάχα την οργή του λαού.»
Άρχοντες του Σερραιστάν σε παράκρουση…
