Κλεμμένο από τη φίλη Μαρία Φωκα
🇲🇰🇧🇬 Τι λέει το «αθώο» παραδοσιακό τραγουδάκι που πήγαν να παίξουν οι Banda Entopica στη Φλώρινα και φάγανε άκυρο από τον Δήμαρχο και τους παρευρισκόμενους πολίτες;
Πολύ γενικά, ανήκει στη κατηγορία των επαναστατικών δημοτικών ασμάτων για την εξέγερση του Προφήτη Ηλία-Iliden (τη βουλγαροκίνητη εξέγερση κατά οθωμανικών και ρωμέικων θρησκευτικών δομών και σήμερα αποτελεί το σκοπιανό «εθνικοαπελευθερωτικό 1821»
– βέβαια πολύ διαφορετικό στις λεπτομέρειες του από τον ελληνικό εθνεγερτικό αγώνα). Για εμάς τους Έλληνες (και για τους ειδικούς), ανήκει στο είδος των στρατευμένων τραγουδιών προπαγάνδας και κινητοποίησης, τα οποία δημιουργήθηκαν ή διαδόθηκαν για να ενισχύσουν το φρόνημα των κοινοτήτων που πρόσκειντο στην «Εσωτερική Μακεδονική–Αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση» (VMRO στα βουλγαρικά, IMARO στα αγγλικά, ΕΜΕΟ στα ελληνικά).
Μια μητέρα απευθύνεται στη κόρη της, τη ρωτάει γιατί και σε ποιον γράφει γράμμα.
Η κόρη απαντά πως στέλνει στον αδερφό της «Ηλία», να της αγοράσει από την «Αδριανούπολη» (ανατολική Θράκη-σημερινή Τουρκία) ένα καπέλο, για να το φορέσει στην Εξέγερση του Ίλιντεν.
Το μοτίβο είναι τυπικό συμβολικό σχήμα αυτών των τραγουδιών και λειτουργεί ως ποιητική συμπύκνωση της αναμονής και της προετοιμασίας για την εξέγερση.
⚔️ Γιατί είναι επεκτατικό και ανθελληνικό, εκτός από «επαναστατικό» και «ηρωικό»;
🇧🇬 Για τους Βουλγάρους, η Αδριανούπολη είναι κρίσιμη στο πλαίσιο της επέκτασης των εδαφών τους στην Ανατολική Θράκη. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, η βουλγαρική εθνική ιδεολογία δεν περιοριζόταν στη τότε -και σημερινή- Βουλγαρία, αλλά περιλάμβανε τη Μακεδονία και τη Θράκη ως «αλύτρωτους» χώρους, πάντα εις βάρος των ελληνικών πληθυσμών.
Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 έδωσε εκκλησιαστικό και διοικητικό έρεισμα σε αυτή τη διεκδίκηση, και η Αδριανούπολη έγινε έδρα ισχυρής βουλγαρικής κοινότητας, σχολείων, συλλόγων και επαναστατικών πυρήνων.
Η Εξέγερση του Πρέομπραζενιε (1903), που θεωρείται από τη βουλγαρική ιστοριογραφία οργανικό μέρος της ευρύτερης επαναστατικής προσπάθειας, εκδηλώθηκε κυρίως στην Ανατολική Θράκη με στόχο και την περιοχή της Αδριανούπολης.
Στο βουλγαρικό αφήγημα, η πόλη συμβολίζει την «χαμένη Θράκη» και τη βουλγαρική παρουσία που συντρίφτηκε οριστικά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και την ανταλλαγή πληθυσμών.
🇲🇰 Μια κλασική περίπτωση ιστορικού βραχυκυκλώματος μεταξύ Σκοπιανών-Βουλγάρων: Για τους Σκοπιανούς, η σημασία της Αδριανούπολης συνδέεται με την Εξέγερση του Ίλιντεν του 1903, αλλά και με την προσπάθεια ανακατασκευής της ως «μακεδονικής» επανάστασης.
Κάτι τέτοιο όμως, καθιστά μια ιστορικο-λαογραφική αντίφαση μεταξύ Σκοπιανών και Βουλγάρων-αφού υποτίθεται ότι «δεν είναι Βούλγαροι»). Η ίδια οργάνωση που οργάνωσε το Ίλιντεν, η Εσωτερική Μακεδονική–ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΙΤΙΚΗ Επαναστατική Οργάνωση (IMARO), φέρει στον τίτλο της την Αδριανούπολη.
Αυτό το γεγονός σκοντάφτει στη σύγχρονη σκοπιανή αφήγηση που θέλει ναι μεν να προβάλλει την εξέγερση ως κοινό και ανεξάρτητο «μακεδονικό» αγώνα Μακεδονίας και Θράκης, αποσιωπώντας βέβαια ότι η ηγεσία, η γλώσσα, τα κείμενα και η αυτοσυνείδηση των επαναστατών ήταν κατά βάση βουλγαρικά.
Παρ´ολα αυτά η Αδριανούπολη συνεχίζει να λειτουργεί σήμερα ως επέκταση του χώρου μνήμης του Ίλιντεν, ώστε το γεγονός να αποσυνδεθεί από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό και να παρουσιαστεί ως προϊστορία ξεχωριστού «μακεδονικού έθνους».
🇬🇷 Γιατί είναι εχθρική προς τους Έλληνες η Εξέγερση του Ίλιντεν;
Η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903 δεν είχε ως κύριο στόχο την απελευθέρωση όλων των χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας, αλλά την επιβολή ενός συγκεκριμένου βουλγαρικού εθνικού προγράμματος.
Ο πυρήνας της οργάνωσης μιλούσε μεν για «αυτονομία», όμως αυτή η αυτονομία λειτουργούσε ως ενδιάμεσο στάδιο για την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία, κατά το πρότυπο της Ανατολικής Ρωμυλίας.
Αυτό ήταν σαφές τόσο από τα στελέχη της οργάνωσης όσο και από τη δράση της στο πεδίο.
🔹 Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας δεν αντιμετωπίστηκαν ως σύμμαχοι, αλλά σχεδόν πάντα ως εμπόδιο.
Η εξέγερση συνοδεύτηκε από βίαιες πρακτικές εκβουλγαρισμού, πιέσεις για ένταξη στην Εξαρχία, επιθέσεις σε ελληνικά χωριά, δολοφονίες ιερέων, δασκάλων και κοινοτικών παραγόντων που παρέμεναν πιστοί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Για τους Έλληνες της εποχής, ο κομιτατζής δεν εμφανίστηκε ως ελευθερωτής από τους Οθωμανούς, αλλά ως ένοπλος φορέας ενός ανταγωνιστικού εθνικισμού.
🔹 Η ίδια η εξέγερση, μπορεί να το επιδίωκε, αλλά δεν κατάφερε να στραφεί αποφασιστικά κατά της οθωμανικής διοίκησης σε στρατηγικό επίπεδο.
Οι Οθωμανοί κατέστειλαν το κίνημα σχετικά γρήγορα, ενώ οι μεγαλύτερες απώλειες και οι βαθύτερες κοινωνικές ρήξεις σημειώθηκαν μεταξύ των χριστιανικών κοινοτήτων.
Αυτό ενίσχυσε την ελληνική αντίληψη ότι το Ίλιντεν λειτούργησε περισσότερο ως εργαλείο εσωτερικής ανακατανομής ισχύος στη Μακεδονία, παρά ως γνήσια αντιοθωμανική επανάσταση.
🔹 Στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, το Ίλιντεν συνδέεται άμεσα με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα. Δηλαδή όχι ακόμα με την απελευθέρωση, αλλά με την ανάγκη αυτοάμυνας των ελληνικών κοινοτήτων απέναντι σε ένοπλες ομάδες που επιχειρούσαν να αλλάξουν με τη βία την εθνολογική και εκκλησιαστική φυσιογνωμία της περιοχής (ναι, από αυτούς ξεκίνησε ο φαύλος κύκλος του αίματος στη Μακεδονία🩸).
Αυτό το βιωματικό στοιχείο για εμάς έχει πολύ μεγαλύτερο βάρος από μεταγενέστερες ιδεολογικές ερμηνείες.
Συμπερασματικά:
Οι σημερινοί Έλληνες αντιλαμβανόμαστε την εξέγερση του Ίλιντεν ως ανθελληνική
-όπως ακριβώς και το κίνημα των Νεοτούρκων-
γιατί το ιστορικό της αποτύπωμα δεν ήταν «συμπεριληπτικό».
Δεν σεβάστηκε τον πολυεθνοτικό χαρακτήρα της Μακεδονίας ούτε τα δικαιώματα των ελληνικών πληθυσμών, αλλά λειτούργησε μέσα στη λογική του 19ου αιώνα, όπου η εθνική κυριαρχία επιδιωκόταν μέσω πίεσης, φόβου και αποκλεισμού.